Σάββατο 30 Νοεμβρίου 2013 στη Σουΐτα Αρτ Καφέ: 40 χρόνια.. έντεχνο! Αγαπημένα τραγούδια από τη μεταπολίτευση μέχρι σήμερα. Τραγούδια που μιλάνε απευθείας στην ψυχή. Από τους μεγάλους μας συνθέτες μέχρι τους σύγχρονους τραγουδοποιούς. Ένα τρίωρο μουσικό πρόγραμμα με τους Βασίλη Αναγνώστου (κιθάρα, φωνή), Τζίνα Νταβάρα (φωνή) και Ερνέστο Λούκα (κιθάρα, φλογέρες).
Πέμπτη 28 Νοεμβρίου 2013
Παρασκευή 22 Νοεμβρίου 2013
Αυτός που σωπαίνει
Τὸ σούρουπο ἔχει πάντα τὴ θλίψη
ἑνὸς ἀτέλειωτου χωρισμοῦ
Κι ἐγὼ ἔζησα σὲ νοικιασμένα δωμάτια
μὲ τὶς σκοτεινὲς σκάλες τους
ποὺ ὁδηγοῦνε
ἄγνωστο ποῦ…
Μὲ τὶς μεσόκοπες σπιτονοικοκυρὲς
ποὺ ἀρνοῦνται
κλαῖνε λίγο
κι ὕστερα ἐνδίδουν
καὶ τ᾿ ἄλλο πρωί,
ἀερίζουν τὸ σπίτι
ἀπ᾿ τοὺς μεγάλους στεναγμούς…
Στὰ παλαιικὰ κρεβάτια
μὲ τὰ πόμολα στὶς τέσσερις ἄκρες
πλάγιασαν κι ὀνειρεύτηκαν
πολλοὶ περαστικοὶ αὐτοῦ του κόσμου
κι ὕστερα ἀποκοιμήθηκαν
γλυκεῖς κι ἀπληροφόρητοι
σὰν τοὺς νεκροὺς στὰ παλιὰ κοιμητήρια
Ὅμως ἐσὺ σωπαίνεις…
Γιατί δὲ μιλᾷς;
ἑνὸς ἀτέλειωτου χωρισμοῦ
Κι ἐγὼ ἔζησα σὲ νοικιασμένα δωμάτια
μὲ τὶς σκοτεινὲς σκάλες τους
ποὺ ὁδηγοῦνε
ἄγνωστο ποῦ…
Μὲ τὶς μεσόκοπες σπιτονοικοκυρὲς
ποὺ ἀρνοῦνται
κλαῖνε λίγο
κι ὕστερα ἐνδίδουν
καὶ τ᾿ ἄλλο πρωί,
ἀερίζουν τὸ σπίτι
ἀπ᾿ τοὺς μεγάλους στεναγμούς…
Στὰ παλαιικὰ κρεβάτια
μὲ τὰ πόμολα στὶς τέσσερις ἄκρες
πλάγιασαν κι ὀνειρεύτηκαν
πολλοὶ περαστικοὶ αὐτοῦ του κόσμου
κι ὕστερα ἀποκοιμήθηκαν
γλυκεῖς κι ἀπληροφόρητοι
σὰν τοὺς νεκροὺς στὰ παλιὰ κοιμητήρια
Ὅμως ἐσὺ σωπαίνεις…
Γιατί δὲ μιλᾷς;
Πές μου!
Γιατί ᾔρθαμε ἐδῶ;
Ἀπὸ ποῦ ἤρθαμε;
Κι αὐτὰ τὰ ἱερογλυφικὰ τῆς βροχῆς πάνω στὸ χῶμα;
Τί θέλουν νὰ ποῦν;
Γιατί ᾔρθαμε ἐδῶ;
Ἀπὸ ποῦ ἤρθαμε;
Κι αὐτὰ τὰ ἱερογλυφικὰ τῆς βροχῆς πάνω στὸ χῶμα;
Τί θέλουν νὰ ποῦν;
Ὤ, ἂν μποροῦσες νὰ τὰ διαβάσεις!!!
Ὅλα θὰ ἄλλαζαν…
Ὅταν τέλος, ὕστερα ἀπὸ χρόνια ξαναγύρισα…
δὲ βρῆκα παρὰ τοὺς ἴδιους ἔρημους δρόμους,
τὸ ἴδιο καπνοπωλεῖο στὴ γωνιά…
Κι ὁλόκληρο τὸ ἄγνωστο
τὴν ὥρα ποὺ βραδιάζει…
Ὅλα θὰ ἄλλαζαν…
Ὅταν τέλος, ὕστερα ἀπὸ χρόνια ξαναγύρισα…
δὲ βρῆκα παρὰ τοὺς ἴδιους ἔρημους δρόμους,
τὸ ἴδιο καπνοπωλεῖο στὴ γωνιά…
Κι ὁλόκληρο τὸ ἄγνωστο
τὴν ὥρα ποὺ βραδιάζει…
Τάσος Λειβαδίτης
Πέμπτη 14 Νοεμβρίου 2013
Λειβαδίτης: Αλλά τα βράδια
Με αφορμή τα 25 χρόνια από το θάνατο του ποιητή, διαβάζουμε μερικά από τα γραπτά του
ΑΛΛΑ ΤΑ ΒΡΑΔΙΑ
Και να που φτάσαμε εδώ
χωρίς αποσκευές
μα μ’ ένα τόσο ωραίο φεγγάρι.
Κι εγώ ονειρεύτηκα έναν καλύτερο κόσμο
φτωχή ανθρωπότητα,
δεν μπόρεσες ούτε ένα κεφάλαιο να γράψεις ακόμα.
Σαν σανίδα από θλιβερό ναυάγιο
ταξιδεύει η γηραιά μας ήπειρος.
Αλλά τα βράδια τι όμορφα
που μυρίζει η γη…
Βέβαια αγάπησε τα ιδανικά της ανθρωπότητας
αλλά τα πουλιά πετούσαν πιο πέρα.
Σκληρός, άκαρδος κόσμος,
που δεν άνοιξε ποτέ μιαν ομπρέλα
πάνω απ’ το δέντρο που βρέχεται.
Αλλά τα βράδια τι όμορφα
που μυρίζει η γη…
Ύστερα ανακάλυψαν την πυξίδα
για να πεθαίνουν
κι αλλού και την απληστία για να μένουν νεκροί για πάντα.
Αλλά καθώς βραδιάζει ένα φλάουτο κάπου
ή ένα άστρο συνηγορεί για όλη την ανθρωπότητα.
Αλλά τα βράδια τι όμορφα
που μυρίζει η γη…
Καθώς μένω στο δωμάτιό μου,
μου ‘ρχονται άξαφνα φαεινές ιδέες.
Φοράω το σακάκι του πατέρα
κι έτσι είμαστε δυο,
κι αν κάποτε μ’ άκουσαν να γαβγίζω
ήταν για να δώσω έναν αέρα εξοχής στο δωμάτιο.
Αλλά τα βράδια τι όμορφα
που μυρίζει η γη…
Κάποτε θα αποδίδουμε δικαιοσύνη μ’ ένα άστρο ή μ’ ένα γιασεμί,
σαν ένα τραγούδι,
που καθώς βρέχει
παίρνει το μέρος των φτωχών.
Αλλά τα βράδια τι όμορφα
που μυρίζει η γη!
Δως μου το χέρι σου…
Δως μου το χέρι σου…
ΣΥΜΦΩΝΙΑ ΑΡ. 1 [ΑΠΟ ΤΑ ΑΠΟΣΠΑΣΜΑΤΑ]
Ύστερα είδαμε πως δεν ήτανε πρόσωπα
μα οι σιωπηλές χειρονομίες του ηλιοβασιλέματος…
σαν ένας θεός που τον ξέχασαν κι από το βάθος του χρόνου
καλούσε βοήθεια.
O ουρανός αμίλητος και σταχτύς
το ίδιο αδιάφορος και για τους νικητές και για τους νικημένους.
Eίδες ποτέ σου μες στα μάτια των νικημένων στρατιωτών
την πικρή θέληση να ζήσουν!
Η δυστυχία σε κάνει πάντα να αναβάλεις -έφυγε η ζωή.
Οι φίλοι είχαν χαθεί
κι οι εχθροί ήταν μικρόψυχοι για να μπορείς να τρέφεσαι
απ’ το μίσος σου…
… και τα μάτια σου βουρκώνουν, θαμπωμένα ξαφνικά
από τους παλιούς λησμονημένους θεούς και τις παντοδύναμες
παιδικές ευπιστίες…
Πάνω στα υγρά τσαλακωμένα σεντόνια μαραίνονταν το γέλιο
των αγέννητων παιδιών…
και σμίγουν και χωρίζουν
οι άνθρωποι
και δεν παίρνει τίποτα ο ένας απ’ τον άλλον.
Γιατί ο έρωτας είναι ο πιο δύσκολος δρόμος να γνωριστούν.
Γιατί οι άνθρωποι, σύντροφε, ζουν από τη στιγμή
που βρίσκουν μια θέση
στη ζωή των άλλων.
Και τότε κατάλαβες γιατί οι απελπισμένοι
γίνονται οι πιο καλοί επαναστάτες.
Και μένουμε ανυπεράσπιστοι ξαφνικά, σαν ένα νικητή
μπροστά στο θάνατο
ή ένα νικημένον αντίκρυ στην αιωνιότητα…
Mεγάλες λέξεις δε λέγαν πια τίποτα και τις πετούσαν στους
οχετούς.
Α, εσύ δεν είδες ποτέ το ίδιο το χέρι σου να σε σημαδεύει αλύπητα
απ’ το βάθος των περασμένων.
… Θέ μου πόσο ήταν όμορφη
σαν ένα φωτισμένο δέντρο μια παλιά νύχτα των
Xριστουγέννων…
Συχώρα με, αγάπη μου, που ζούσα πριν να σε γνωρίσω.
Μισώ τα μάτια μου που πια δεν καθρεφτίζουν το χαμόγελό σου…
Η πλατεία θα μείνει έρημη
σα μια ζωή που όλα τάδωσε, κι όταν ζήτησε κι αυτή
λίγη επιείκεια
της την αρνήθηκαν.
Χωρίς όνειρα να μας ξεγελάσουνε και δίχως φίλους πια
να μας προδώσουν…
Γιατί οι άνθρωποι υπάρχουν απ’ τη στιγμή που βρίσκουνε
μια θέση
στη ζωή των άλλων.
Ή
ένα θάνατο
για τη ζωή των άλλων…
ΚΑΝΤΑΤΑ
Ἕνα περίεργο ἐπεισόδιο διαβάζαμε τελευταία στὶς ἐφημερίδες,
ἕνας ἄντρας πῆγε σ᾿ ἕνα ἀπ᾿ αὐτὰ τὰ «σπίτια»,
πῆρε μιὰ γυναῖκα,
μὰ μόλις μπαίνουν στὸ δωμάτιο,
ἀντὶ νὰ γδυθεῖ καὶ νὰ ἐπαναλάβει τὴν αἰώνια κίνηση,
γονάτισε μπροστά της, λέει, καὶ τῆς ζητοῦσε νὰ τὸν ἀφήσει
νὰ κλάψει στὰ πόδια της.
Ἐκείνη βάζει τὶς φωνές,
«ἐδῶ ἔρχονται γιὰ ἄλλα πράγματα»,
οἱ ἄλλοι ἀπ᾿ ἔξω δώστου χτυπήματα στὴν πόρτα.
Μὲ τὰ πολλὰ ἄνοιξαν καὶ τὸν διώξανε μὲ τὶς κλωτσιὲς
-ἀκοῦς ἐκεῖ διαστροφὴ νὰ θέλει, νὰ κλάψει μπρός σε μιὰ γυναῖκα.
Ἐκεῖνος ἔστριψε τὴ γωνία καὶ χάθηκε καταντροπιασμένος.
Κανεὶς δὲν τὸν ξανάδε πιά.
Καὶ μόνο ἐκείνη ἡ γυναῖκα,
θὰ ᾿ρθεῖ ἡ ἀναπότρεπτη ὥρα μιὰ νύχτα, ποὺ θὰ νοιώσει τὸν τρόμο ξαφνικά,
πῶς στέρησε τὸν ἑαυτὸ τῆς ἀπ᾿ τὴν πιὸ βαθιά,
τὴν πιὸ μεγάλη ἐρωτικὴ πράξη
μὴν ἀφήνοντας ἕναν ἄντρα νὰ κλάψει στὰ πόδια της
Ο ΕΠΙΛΟΓΟΣ (ΑΠΟ ΤΗ ΣΥΛΛΟΓΗ ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ)
Κι αν έφτασα τόσο μακριά, ήταν για να μην ακούσω που δε μου αποκρίθηκαν
κι αχ, πλανήθηκα πολύ σε δρόμους, ακολουθώντας τούτο η εκείνο, κληρονόμος μιας ανεξήγητης ώρας: τότε που όλα θα εξηγηθούν,
χωρίς λόγια ή και χωρίς να υπάρχουμε καν -όταν, τέλος, ξαναγύρισα η πόλη είχε λεηλατηθεί, τα βαγόνια αναποδογυρισμένα,
η εξέγερση ήταν πια παρελθόν κι όσοι απόμεναν όρθιοι πυροβολούσαν ακόμα
για ένα φτωχό έπαθλο στα υπαίθρια σκοπευτήρια
και το βράδυ «τι ώρα είναι;» ρωτάς, «οχτώ» σου απαντάνε,
με τέτοιες άθλιες βεβαιότητες ζούμε
και κανείς δεν είδε το έγκλημα -αφού το τέλειο έγκλημα έγινε
εκεί που δεν μπορεί πια τίποτα να συμβεί.
Όμως εγώ υπήρξα ανυπόμονος
σαν κάποιον που ανοίγει την ομπρέλα του σε καιρούς ξηρασίας (ίσως γιατί δε θέλει να ξεχάσει),
ή κάποιον που ντύνεται γυναίκα για να πει ένα ψέμα ακόμα παιδικό -
μη μ’ αδικείτε, λοιπόν, αν έκλεισα τα μάτια, ήταν για να υπερασπίσω τον κόσμο
ή θυμόμουν τα χέρια της μητέρας καθώς έβαζαν τη σκούπα πίσω απ’ τη χαλαρωμένη πόρτα -στερεώνοντας ίσως κάτι πιο μακρινό,
ενώ το κοιμητήρι, αντίκρυ, θρόιζε απαλά, σαν το σύντομο επίλογο ενός μυστηρίου.
Τάσος Λειβαδίτης (20 Απριλίου 1922-30 Οκτωβρίου 1988): Σημαντικός έλληνας ποιητής. Το πρώτο του ποίημα που δημοσιεύτηκε ήταν Το Τραγούδι του Χατζηδημήτρη, το 1946. Το 1952 εξέδωσε την πρώτη του ποιητική σύνθεση με τίτλο Μάχη στην Άκρη της Νύχτας. Εργάστηκε ως κριτικός ποίησης στην εφημερίδα Αυγή (1954-1980). Στο διάστημα της Χούντας των Συνταγματαρχών, για βιοποριστικούς λόγους, μετέφραζε ή διασκεύαζε λογοτεχνικά έργα για λαϊκά περιοδικά ποικίλης ύλης, με το ψευδώνυμο Pόκκος. Έχει τιμηθεί με πολλά βραβεία, όπως το πρώτο βραβείο ποίησης στο Παγκόσμιο Φεστιβάλ Νεολαίας στη Βαρσοβία (1953 για τη συλλογή του, Φυσάει στα Σταυροδρόμια του Κόσμου) και το πρώτο βραβείο ποίησης του Δήμου Αθηναίων (1957 για τη συλλογή του, Συμφωνία αρ.1) κ.ά. Υπήρξε επίσης ιδρυτικό μέλος της Εταιρείας Συγγραφέων. Πέθανε στην Αθήνα στις 30 Οκτωβρίου 1988. Μετά το θάνατό του εκδόθηκαν χειρόγραφα ανέκδοτα ποιήματά του με τον τίτλο Χειρόγραφα του Φθινοπώρου.
που μυρίζει η γη…
Βέβαια αγάπησε τα ιδανικά της ανθρωπότητας
αλλά τα πουλιά πετούσαν πιο πέρα.
Σκληρός, άκαρδος κόσμος,
που δεν άνοιξε ποτέ μιαν ομπρέλα
πάνω απ’ το δέντρο που βρέχεται.
Αλλά τα βράδια τι όμορφα
που μυρίζει η γη…
Ύστερα ανακάλυψαν την πυξίδα
για να πεθαίνουν
κι αλλού και την απληστία για να μένουν νεκροί για πάντα.
Αλλά καθώς βραδιάζει ένα φλάουτο κάπου
ή ένα άστρο συνηγορεί για όλη την ανθρωπότητα.
Αλλά τα βράδια τι όμορφα
που μυρίζει η γη…
Καθώς μένω στο δωμάτιό μου,
μου ‘ρχονται άξαφνα φαεινές ιδέες.
Φοράω το σακάκι του πατέρα
κι έτσι είμαστε δυο,
κι αν κάποτε μ’ άκουσαν να γαβγίζω
ήταν για να δώσω έναν αέρα εξοχής στο δωμάτιο.
Αλλά τα βράδια τι όμορφα
που μυρίζει η γη…
Κάποτε θα αποδίδουμε δικαιοσύνη μ’ ένα άστρο ή μ’ ένα γιασεμί,
σαν ένα τραγούδι,
που καθώς βρέχει
παίρνει το μέρος των φτωχών.
Αλλά τα βράδια τι όμορφα
που μυρίζει η γη!
Δως μου το χέρι σου…
Δως μου το χέρι σου…
ΣΥΜΦΩΝΙΑ ΑΡ. 1 [ΑΠΟ ΤΑ ΑΠΟΣΠΑΣΜΑΤΑ]
Ύστερα είδαμε πως δεν ήτανε πρόσωπα
μα οι σιωπηλές χειρονομίες του ηλιοβασιλέματος…
σαν ένας θεός που τον ξέχασαν κι από το βάθος του χρόνου
καλούσε βοήθεια.
O ουρανός αμίλητος και σταχτύς
το ίδιο αδιάφορος και για τους νικητές και για τους νικημένους.
Eίδες ποτέ σου μες στα μάτια των νικημένων στρατιωτών
την πικρή θέληση να ζήσουν!
Η δυστυχία σε κάνει πάντα να αναβάλεις -έφυγε η ζωή.
Οι φίλοι είχαν χαθεί
κι οι εχθροί ήταν μικρόψυχοι για να μπορείς να τρέφεσαι
απ’ το μίσος σου…
… και τα μάτια σου βουρκώνουν, θαμπωμένα ξαφνικά
από τους παλιούς λησμονημένους θεούς και τις παντοδύναμες
παιδικές ευπιστίες…
Πάνω στα υγρά τσαλακωμένα σεντόνια μαραίνονταν το γέλιο
των αγέννητων παιδιών…
και σμίγουν και χωρίζουν
οι άνθρωποι
και δεν παίρνει τίποτα ο ένας απ’ τον άλλον.
Γιατί ο έρωτας είναι ο πιο δύσκολος δρόμος να γνωριστούν.
Γιατί οι άνθρωποι, σύντροφε, ζουν από τη στιγμή
που βρίσκουν μια θέση
στη ζωή των άλλων.
Και τότε κατάλαβες γιατί οι απελπισμένοι
γίνονται οι πιο καλοί επαναστάτες.
Και μένουμε ανυπεράσπιστοι ξαφνικά, σαν ένα νικητή
μπροστά στο θάνατο
ή ένα νικημένον αντίκρυ στην αιωνιότητα…
Mεγάλες λέξεις δε λέγαν πια τίποτα και τις πετούσαν στους
οχετούς.
Α, εσύ δεν είδες ποτέ το ίδιο το χέρι σου να σε σημαδεύει αλύπητα
απ’ το βάθος των περασμένων.
… Θέ μου πόσο ήταν όμορφη
σαν ένα φωτισμένο δέντρο μια παλιά νύχτα των
Xριστουγέννων…
Συχώρα με, αγάπη μου, που ζούσα πριν να σε γνωρίσω.
Μισώ τα μάτια μου που πια δεν καθρεφτίζουν το χαμόγελό σου…
Η πλατεία θα μείνει έρημη
σα μια ζωή που όλα τάδωσε, κι όταν ζήτησε κι αυτή
λίγη επιείκεια
της την αρνήθηκαν.
Χωρίς όνειρα να μας ξεγελάσουνε και δίχως φίλους πια
να μας προδώσουν…
Γιατί οι άνθρωποι υπάρχουν απ’ τη στιγμή που βρίσκουνε
μια θέση
στη ζωή των άλλων.
Ή
ένα θάνατο
για τη ζωή των άλλων…
ΚΑΝΤΑΤΑ
Ἕνα περίεργο ἐπεισόδιο διαβάζαμε τελευταία στὶς ἐφημερίδες,
ἕνας ἄντρας πῆγε σ᾿ ἕνα ἀπ᾿ αὐτὰ τὰ «σπίτια»,
πῆρε μιὰ γυναῖκα,
μὰ μόλις μπαίνουν στὸ δωμάτιο,
ἀντὶ νὰ γδυθεῖ καὶ νὰ ἐπαναλάβει τὴν αἰώνια κίνηση,
γονάτισε μπροστά της, λέει, καὶ τῆς ζητοῦσε νὰ τὸν ἀφήσει
νὰ κλάψει στὰ πόδια της.
Ἐκείνη βάζει τὶς φωνές,
«ἐδῶ ἔρχονται γιὰ ἄλλα πράγματα»,
οἱ ἄλλοι ἀπ᾿ ἔξω δώστου χτυπήματα στὴν πόρτα.
Μὲ τὰ πολλὰ ἄνοιξαν καὶ τὸν διώξανε μὲ τὶς κλωτσιὲς
-ἀκοῦς ἐκεῖ διαστροφὴ νὰ θέλει, νὰ κλάψει μπρός σε μιὰ γυναῖκα.
Ἐκεῖνος ἔστριψε τὴ γωνία καὶ χάθηκε καταντροπιασμένος.
Κανεὶς δὲν τὸν ξανάδε πιά.
Καὶ μόνο ἐκείνη ἡ γυναῖκα,
θὰ ᾿ρθεῖ ἡ ἀναπότρεπτη ὥρα μιὰ νύχτα, ποὺ θὰ νοιώσει τὸν τρόμο ξαφνικά,
πῶς στέρησε τὸν ἑαυτὸ τῆς ἀπ᾿ τὴν πιὸ βαθιά,
τὴν πιὸ μεγάλη ἐρωτικὴ πράξη
μὴν ἀφήνοντας ἕναν ἄντρα νὰ κλάψει στὰ πόδια της
Ο ΕΠΙΛΟΓΟΣ (ΑΠΟ ΤΗ ΣΥΛΛΟΓΗ ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ)
Κι αν έφτασα τόσο μακριά, ήταν για να μην ακούσω που δε μου αποκρίθηκαν
κι αχ, πλανήθηκα πολύ σε δρόμους, ακολουθώντας τούτο η εκείνο, κληρονόμος μιας ανεξήγητης ώρας: τότε που όλα θα εξηγηθούν,
χωρίς λόγια ή και χωρίς να υπάρχουμε καν -όταν, τέλος, ξαναγύρισα η πόλη είχε λεηλατηθεί, τα βαγόνια αναποδογυρισμένα,
η εξέγερση ήταν πια παρελθόν κι όσοι απόμεναν όρθιοι πυροβολούσαν ακόμα
για ένα φτωχό έπαθλο στα υπαίθρια σκοπευτήρια
και το βράδυ «τι ώρα είναι;» ρωτάς, «οχτώ» σου απαντάνε,
με τέτοιες άθλιες βεβαιότητες ζούμε
και κανείς δεν είδε το έγκλημα -αφού το τέλειο έγκλημα έγινε
εκεί που δεν μπορεί πια τίποτα να συμβεί.
Όμως εγώ υπήρξα ανυπόμονος
σαν κάποιον που ανοίγει την ομπρέλα του σε καιρούς ξηρασίας (ίσως γιατί δε θέλει να ξεχάσει),
ή κάποιον που ντύνεται γυναίκα για να πει ένα ψέμα ακόμα παιδικό -
μη μ’ αδικείτε, λοιπόν, αν έκλεισα τα μάτια, ήταν για να υπερασπίσω τον κόσμο
ή θυμόμουν τα χέρια της μητέρας καθώς έβαζαν τη σκούπα πίσω απ’ τη χαλαρωμένη πόρτα -στερεώνοντας ίσως κάτι πιο μακρινό,
ενώ το κοιμητήρι, αντίκρυ, θρόιζε απαλά, σαν το σύντομο επίλογο ενός μυστηρίου.
Τάσος Λειβαδίτης (20 Απριλίου 1922-30 Οκτωβρίου 1988): Σημαντικός έλληνας ποιητής. Το πρώτο του ποίημα που δημοσιεύτηκε ήταν Το Τραγούδι του Χατζηδημήτρη, το 1946. Το 1952 εξέδωσε την πρώτη του ποιητική σύνθεση με τίτλο Μάχη στην Άκρη της Νύχτας. Εργάστηκε ως κριτικός ποίησης στην εφημερίδα Αυγή (1954-1980). Στο διάστημα της Χούντας των Συνταγματαρχών, για βιοποριστικούς λόγους, μετέφραζε ή διασκεύαζε λογοτεχνικά έργα για λαϊκά περιοδικά ποικίλης ύλης, με το ψευδώνυμο Pόκκος. Έχει τιμηθεί με πολλά βραβεία, όπως το πρώτο βραβείο ποίησης στο Παγκόσμιο Φεστιβάλ Νεολαίας στη Βαρσοβία (1953 για τη συλλογή του, Φυσάει στα Σταυροδρόμια του Κόσμου) και το πρώτο βραβείο ποίησης του Δήμου Αθηναίων (1957 για τη συλλογή του, Συμφωνία αρ.1) κ.ά. Υπήρξε επίσης ιδρυτικό μέλος της Εταιρείας Συγγραφέων. Πέθανε στην Αθήνα στις 30 Οκτωβρίου 1988. Μετά το θάνατό του εκδόθηκαν χειρόγραφα ανέκδοτα ποιήματά του με τον τίτλο Χειρόγραφα του Φθινοπώρου.
DOC TV 31.10.2013
Ρίτσος: «Ίσως να ’ναι κι έτσι»
Με αφορμή τα 23 χρόνια από το θάνατο του πολυβραβευμένου ποιητή, διαβάζουμε αποσπάσματα από το έργο του
ΟΣΟ ΠΕΡΝΑΝ ΤΑ ΧΡΟΝΙΑ, ΤΟΣΟ ΟΙ ΠΑΛΙΟΙ ΓΝΩΣΤΟΙ ΜΑΣ ΑΠΟΜΑΚΡΥΝΟΝΤΑΙ Ο ΕΝΑΣ ΑΠ’ ΤΟΝ ΑΛΛΟΝ. Οι άνθρωποι γίνονται περισσότερο κοινωνικοί και λιγότερο ανθρώπινοι. Χάνουν τις ιδιομορφίες τους, τα ιδιαίτερα προτερήματα και τα ελαττώματά τους -σχεδόν ισοπεδώνονται. Οι φιλίες μαραίνονται.
ΚΑΙ ΤΟ ΠΕΡΙΕΡΓΟ ΕΙΝΑΙ ΠΩΣ ΕΞΩΤΕΡΙΚΑ, ΣΤΗ ΣΥΜΠΕΡΙΦΟΡΑ ΤΟΥΣ, οι άνθρωποι μοιάζουν περισσότερο (ακόμη και στα κοστούμια τους και στη χτενισιά τους), σαν να καταργηθήκανε οι διαφορές τους, κι όμως τώρα ακριβώς νιώθεις πως οι διαφορές τους αυξήθηκαν, κι όλοι τους χωρισμένοι με διαδοχικά κάθετα στρώματα τυπικότητας κι ευγενικής ψυχρότητας.
ΟΠΩΣ ΑΛΛΩΣΤΕ ΚΑΙ ΤΑ ΣΠΙΤΙΑ. Οι όμορφες εκείνες μονοκατοικίες με τις γύψινες γιρλάντες, με τους καπνοδόχους, τ’ ανθέμια, τους κήπους, τα πηγάδια, καθεμιά τους με το δικό της γούστο, τη δική της φυσιογνωμία, απορία ή και αδεξιότητα, δόθηκαν με αντιπαροχή κι υψώθηκαν τα πολυώροφα, μονότονα, απρόσωπα, τσιμεντένια κουτιά, κρύβοντας τον Παρθενώνα, τον Αϊ-Γιώργη του Λυκαβηττού, σφαγιάζοντας τα δεντράκια μας, πιπεριές, μουριές, γαζίες, τις παιδικές μας αναμνήσεις, τους χαρταϊτούς, τα σκοινιά της μπουγάδας, τ’ αστέρια, τις ξιπόλητες ποδοσφαιρικές ομάδες, τις βραδινές κουβεντούλες από παράθυρο σε παράθυρο, από αυλή σε αυλή με τις μυρωδιές του βασιλικού και του δυόσμου, με τον μητρικό νουθετικό ουρανό, με το φεγγαράκι μια φέτα δροσερό…
Ω, ΠΑΝΕ, ΠΑΝΕ ΚΑΙ ΤΑ ΠΛΑΝΟΔΙΑ ΕΠΑΓΓΕΛΜΑΤΑ, παγοπώλες, γιαουρτάδες, γαλατάδες, ομπρελάδες, γανωτζήδες, παπλωματάδες, τροχιστές, καρεκλάδες, ιχθυοπώλες, μανάβηδες με τα γαϊδουράκια τους ή τα χειραμάξια τους και μοσκοβόλαγαν οι γειτονιές ροδάκινα, ντομάτες, αχλάδια και τριαντάφυλλα κι οι κότες κακάριζαν θριαμβευτικά, δοξάζοντας κάτι άγνωστο και οικείο, λευκό και σφαιρικό κι αδιαμφισβήτητο, κι ούτε χρειάζονταν καν ξυπνητήρια ή ρολόγια, γιατί, απ’ τη μια τ’ αστέρια, απ’ την άλλη τα κοκόρια, είχαν αναλάβει τη χρονική και μετεωρολογική μας ενημέρωση, με ακρίβεια και με κάποια εύθυμη πονηρία, κάπως διφορούμενη.
ΚΙ ΟΙ ΑΝΘΡΩΠΟΙ ΣΤΡΙΜΩΧΤΗΚΑΝΕ ΦΑΜΙΛΙΕΣ ΚΑΙ ΦΑΜΙΛΙΕΣ μέσα σε τούτα τα κουτιά, κοντά κοντά, πλάι πλάι, κι ούτε γνωρίζονται κι ούτε βλέπονται ούτε χαιρετιούνται, κι αντίς για δέντρα έχουν κεραίες τηλεοράσεων, και μονάχα οι ολόσωμοι καθρέφτες των ασανσέρ κάτι κρατούν από μνήμες ερωτικών δωματίων…
ΚΙ ΟΧΙ ΝΑ ΠΕΙΣ ΠΩΣ ΣΗΜΕΡΑ ΔΕΝ ΚΟΥΒΕΝΤΙΑΖΟΥΝ ΟΙ ΑΝΘΡΩΠΟΙ -λόγια, άλλο τίποτα, άφθονα λόγια- μα δε συνομιλούν, δε λένε τίποτα δικό τους, προσωπικό, ιδιωτικό, ιδιαίτερο (και γι’ αυτό καθολικό), μόνο λόγια, ξένα, μηχανικά, δημοσιογραφικά, γενικού ενδιαφέροντος, μεγάλοι τίτλοι εφημερίδων, γιατί, πράγματι, ξεφυλλίζουν πολλές εφημερίδες διαβάζοντας μόνον τα κεφαλαία γράμματα και τα εγκλήματα και τις αυτοκτονίες, ακούν επίσης τις ειδήσεις των 9 ή και των 12 απ’ την τηλεόραση (έγχρωμη τώρα) -άνθρωποι επαρκώς ενημερωμένοι, πολύ παρόντες (εδώ και σήμερα), κι εντελώς απόντες απ’ τον εαυτό τους, απ’ το παρελθόν τους, το μέλλον τους και, φυσικά, απ’ το παρόν τους, μακριά απ’ τους άλλους…
Αποσπάσματα από το βιβλίο του Γιάννη Ρίτσου, Ίσως Να ‘Ναι κι Έτσι, εκδ. Κέδρος
Γιάννης Ρίτσος (1 Μαΐου 1909-11 Νοεμβρίου 1990): Έλληνας ποιητής. Θεωρείται ένας από τους σημαντικότερους εκπροσώπους της νεότερης ελληνικής ποίησης. Δημοσίευσε πάνω από εκατό ποιητικές συλλογές και συνθέσεις, εννέα μυθιστορήματα, τέσσερα θεατρικά έργα, μελέτες, μεταφράσεις, χρονογραφήματα. Το 1968 προτάθηκε για το βραβείο Νομπέλ, το οποίο δεν πήρε, διότι θεωρήθηκε στρατευμένος ποιητής (δηλαδή ήταν μέλος του ΚΚΕ). Το 1975 αναγορεύτηκε επίτιμος διδάκτορας του Πανεπιστημίoυ Θεσσαλονίκης και το 1977 τιμήθηκε με το Βραβείο Ειρήνης Λένιν. Άλλα σημαντικά βραβεία που απέσπασε είναι το Μέγα Διεθνές Βραβείο Ποίησης (Βέλγιο, 1972) και το Πρώτο Κρατικό Βραβείο Ποίησης για το έργο του, Η Σονάτα του Σεληνόφωτος (1956).
DOC TV 11.11.2013
Σάββατο 2 Νοεμβρίου 2013
Πέμπτη 17 Οκτωβρίου 2013
Η περιπέτεια - εγκατάλειψη ενός ιστορικού διδακτηρίου
Επιστολή διαμαρτυρίας προς τους αρμόδιους φορείς και τις αρχές από τον Σύλλογο Γονέων & Κηδεμόνων
Στην εγκατάλειψη του διδακτηρίου που στεγάζει δυο Δημοτικά Σχολεία της πόλης (3ο και 32ο) από τις αρμόδιες αρχές και στα χρονίζοντα κτηριακά προβλήματα αναφέρεται επιστολή- καταγγελία του Δ.Σ του Συλλόγου Γονέων & Κηδεμόνων που υπογράφεται από τον πρόεδρο Παναγιώτη Μαράβα και τον γραμματέα Ευάγγελο Καμινάρη.
Στην οδό Αβέρωφ 43, δίπλα από το δικαστικό Μέγαρο, βρίσκεται το ιστορικό διδακτήριο που συστεγάζει το 3ο Δημοτικό Σχολείο και το 32ο Δημοτικό Σχολείο Τρικάλων. Ένα σχολικό κτήριο που, ενώ σφύζει από ζωή φιλοξενώντας καθημερινά εκατοντάδες μαθητές, κινδυνεύει από τη φθορά του χρόνου και την αμέλεια (εγκατάλειψη) των υπευθύνων αρχών.Πριν όμως καταπιαστούμε με την απαρίθμηση των προβλημάτων που αντιμετωπίζει, ας γυρίσουμε πίσω στο χρόνο να μάθουμε την ιστορία του.
Στο πλαίσιο της εκπαιδευτικής μεταρρύθμισης της τελευταίας κυβέρνησης του Ελευθερίου Βενιζέλου (1928 – 1932), με υπουργούς Παιδείας αρχικά τον Κωνσταντίνο Γόντικα και στη συνέχεια τον Γεώργιο Παπανδρέου, αποφασίζεται να αντιμετωπιστεί συστηματικά το ζήτημα της σχολικής στέγης, με την ανέγερση νέων σύγχρονων διδακτηρίων ή την επισκευή παλαιών σχολείων. Συγκεκριμένα, τέθηκε τότε σε εφαρμογή ένα μεγαλόπνοο πρόγραμμα ανέγερσης σχολικών κτηρίων, το οποίο εκτιμάται ότι απέδωσε μέσα σε λίγα χρόνια περισσότερα από 3000 σχολεία. Στο πρόγραμμα αυτό πήραν μέρος οι καλύτεροι αρχιτέκτονες της Ελλάδας όπως ο Δημήτριος Πικιώνης, ο Άγγελος Σιάγας κ. ά.
Στο πλαίσιο, λοιπόν, αυτού του προγράμματος του υπουργείου Παιδείας, εκπονούνται και πραγματώνονται 35 περίπου μελέτες σχολείων για πόλεις της Θεσσαλίας. Ειδικότερα για τα Τρίκαλα το 1931, ο αρχιτέκτονας Δημήτριος Κλάψης αρχικά και ο Θουκυδίδης Βαλέντης στη συνέχεια, εκπονούν μελέτη για το (Γ΄) εξατάξιο Δημοτικό Σχολείο «παρά τους παλαιούς Στρατώνας», στην περιοχή του σημερινού Δικαστικού Μεγάρου. Τον Απρίλιο του 1931, ο Δ. Κλάψης εκπονεί μελέτη για ένα διώροφο διδακτήριο μοντέρνας αρχιτεκτονικής με έξι αίθουσες διδασκαλίας και αίθουσα χειροτεχνίας. Τον Οκτώβριο της ίδιας χρονιάς εκπονείται νέα μελέτη για το ίδιο διδακτήριο από τον αρχιτέκτονα Θ. Βαλέντη, η οποία και εφαρμόζεται.
Το νέο σχέδιο (Εικ. 2) ακολουθεί ένα πιο τολμηρό και μοντέρνο λεξιλόγιο και επαναλαμβάνει αντίστοιχες τυπολογικές και μορφολογικές επιλύσεις που σχεδιάστηκαν σε σχολείο της Μυτιλήνης και στο Ληξούρι Κεφαλλονιάς. Το σχολείο διατηρείται μέχρι σήμερα και στεγάζει το 32ο Δημοτικό Σχολείο Τρικάλων, πλαισιωμένο όμως με μεγάλες προσθήκες στα βόρεια και τα δυτικά του (Εικ. 2), στις οποίες στεγάζεται το 3ο Δημοτικό Σχολείο Τρικάλων. (Πάνος Τσολάκης – Αλέξανδρος Αντωνίου, ΤΡΙΚΑΛΙΝΑ τ. 32 / 2012, σελ. 323-338).Εγκαινιάστηκε από τον Γεώργιο Παπανδρέου, ως Υπουργό Παιδείας (1930 - 1932). Κατά τη διάρκεια του ελληνοϊταλικού πολέμου το κτήριο επιτάχθηκε και χρησιμοποιήθηκε σαν στρατιωτικό νοσοκομείο. Στην κατοχή εξακολουθούσε να είναι επιταγμένο, χρησιμοποιούμενο πότε από τους Ιταλούς και πότε από τους Γερμανούς κατακτητές. Στο διάστημα 1946-1949 άλλοτε μεν χρησιμοποιήθηκε ως κρατητήριο, άλλοτε για τη διαμονή στρατιωτών ή χωροφυλάκων και για τη στέγαση οικογενειών.
Κατά τα σχολικά έτη 1947-1949 το διδακτήριο χρησιμοποιήθηκε για τη στέγαση πενήντα περίπου οικογενειών που κατάγονταν απ’ τα χωριά Αγριελιά και Κουμαριά. «Αι οικογένειαι μη έχουσαι μαγειρεία εις την αυλήν εμαγείρευαν και έψηναν τους άρτους εντός του διδακτηρίου». Αποδόθηκε και πάλι για να χρησιμοποιηθεί ως σχολείο μετά την απελευθέρωση.
Στο κτήριο επίσης στεγάστηκαν για πολλά χρόνια τα γραφεία της Επιθεώρησης Δημοτικών Σχολείων Τρικάλων και λίγα χρόνια μετά την απελευθέρωση και τα γραφεία της Επιθεώρησης Δημοτικών Σχολείων Καλαμπάκας.
Επίσης στο συγκεκριμένο διδακτήριο φοίτησαν, ως 3ο Δημοτικό Σχολείο, αρκετοί γνωστοί Τρικαλινοί και ανάμεσά τους ο μεγάλος στιχουργός Κώστας Βίρβος.
Το 1987 στο κτήριο συστεγάστηκε με το 3ο Δημοτικό το νεοϊδρυθέν 6/θέσιο 32ο Δημοτικό Σχολείο. Τα σχολεία λειτουργούσαν σε πρωινή και απογευματινή βάρδια. Τα δύο σχολεία συστεγάζονταν έως το 1991, όταν τελείωσε η ανέγερση του νέου διδακτηρίου του 3ου Δημοτικού Σχολείου ως επέκταση του παλαιού κτηρίου, το οποίο από το 1991 έως και σήμερα στεγάζει αποκλειστικά το 10/θέσιο 32ο Δημοτικό Σχολείο Τρικάλων.
Παλαιό και νέο διδακτήριο μοιράζονται τα προβλήματα, που έχει επιφέρει η πολύχρονη έλλειψη συντήρησης και αποκατάστασης ζημιών. Προβλήματα που έχουν γίνει γνωστά στους αρμοδίους, τόσο με έγγραφα τριών κατά σειρά τοποθετουμένων Διευθυντών των σχολείων, όσο και από παραστάσεις των Δ. Σ. του Συλλόγου μαζί με τους Διευθυντές των σχολείων στους τελευταίους δύο Δημάρχους καθώς και στους αρμοδίους Αντιδημάρχους.
Συγκεκριμένα στο παλαιό διδακτήριο έχει αχρηστευτεί, κατά ένα μεγάλο ποσοστό, η μόνωση της οροφής (ταράτσας) με αποτέλεσμα να υπάρχει διάβρωση του τσιμέντου και είσοδος νερού στις αίθουσες του 1ου ορόφου καθώς και πτώση των εξωτερικών επιχρισμάτων (σοφάδων), εκατέρωθεν των υδρορροών, σε μεγάλη έκταση. Επίσης σε κακή κατάσταση βρίσκεται και η ηλεκτρολογική του εγκατάσταση, με ότι αυτό συνεπάγεται. Ζητήθηκαν προσφορές αποκατάστασης της μόνωσης, αλλά όταν αυτές συγκεντρώθηκαν και υποβλήθηκαν το ζήτημα πάγωσε.
Επίσης το κτήριο δεν έχει βαφεί εξωτερικά, στο σύνολό του, την τελευταία 20ετία, με αποτέλεσμα την τραγική του σημερινή εμφάνιση. Ζητήθηκαν και εδώ προσφορές από ελαιοχρωματιστές, αλλά όταν τις πήγαμε μας είπαν ότι το ποσό είναι πολύ μεγάλο, για το Δήμο, γι’ αυτό να πάμε προσφορές μόνο για χρώματα. Το κάναμε και αυτό, αλλά δεν υπήρχαν πλέον αρκετοί ελαιοχρωματιστές του Δήμου για να αναλάβουν το έργο.
Διευθυντές και Σύλλογος κρούσαμε τον κώδωνα του κινδύνου για να προλάβουμε τυχόν ατύχημα, από τα παιδιά που ανεβαίνουν τα απογεύματα ή τις αργίες στα στέγαστρα των εισόδων, για να κατεβάσουν τις μπάλες τους. Προτείναμε την τοποθέτηση μορφής στέγης για την προστασία των στεγάστρων από τη διάβρωση των νερών της βροχής αφενός και για να μην πέφτουν οι μπάλες επάνω στα στέγαστρα αφετέρου, ούτως ώστε να μην αναγκάζονται οι μαθητές να σκαρφαλώνουν με κίνδυνο της ζωής τους. Ακόμη μια περίπτωση που μπήκε στον πάγο.
Όταν ανέλαβε η τωρινή Δημοτική Αρχή, σε επίσκεψη του αρμόδιου Αντιδημάρχου στο σχολείο μας και συγκεκριμένα στο γραφείο του Διευθυντή του 3ου Δημοτικού Σχολείου υποσχέθηκε ότι θα εντάξει όλο το διδακτήριο στο πρόγραμμα «εξοικονομώ». Όταν δημοσιεύτηκαν οι αντίστοιχοι πίνακες των ενταγμένων σχολείων στο συγκεκριμένο πρόγραμμα το σχολείο μας …. απουσίαζε.
Στις τόσες παραστάσεις που κάναμε στο Δήμο, παραθέτοντας τα χρονίζοντα προβλήματα του ιστορικού αυτού κτηρίου, εισπράξαμε την αδιαφορία των υπευθύνων και ως απόδειξη αυτού είναι το γεγονός πως τόσα χρόνια δεν στάλθηκε ένας μηχανικός του Δήμου, για να αξιολογήσει έστω τα παραπάνω αιτήματα. Μετά την ανακαίνιση και ανάδειξη του Δικαστικού Μεγάρου αναπτερώθηκαν οι ελπίδες μας για την αποκατάσταση των ζημιών του Σχολείου μας. Αλλά δυστυχώς απογοητευτήκαμε. Όποιος επισκέπτεται τα Δικαστήρια εισπράττει την άσχημη εικόνα του σχολείου προς την πλευρά των Δικαστηρίων, η οποία εκτός των άλλων περιλαμβάνει τις βρωμιές και τις ακαθαρσίες από τις επισκέψεις εξωσχολικών κατά τη διάρκεια της νύχτας.
Πριν δύο χρόνια που αναλάβαμε τη διοίκηση του Συλλόγου Γονέων & Κηδεμόνων των 3ου & 32ου Δημοτικών Σχολείων, δεν φανταζόμασταν ότι θα συναντούσαμε τόσα προβλήματα στην πορεία για την αποκατάσταση του σχολείου μας. Το να σε στέλνουν από «τον Άννα στον Καϊάφα» και να χτυπάς τη μία πόρτα μετά την άλλη, για να επισημάνεις το αυτονόητο σ’ αυτούς που είναι υπεύθυνοι όχι μόνο να αποκαταστήσουν τις ζημιές, αλλά πολύ περισσότερο να τις προλάβουν, σου δημιουργεί απογοήτευση και ενώ θέλεις να προσφέρεις στο κοινωνικό σύνολο, σε αναγκάζουν να τα παρατήσεις.
Ελπίζοντας ότι δεν θα περάσει μια δεκαετία ακόμη χωρίς να γίνει κάτι και ότι δεν θα πέσει κανένας σοβάς στα κεφάλια των μαθητών και πολύ περισσότερο δεν θα πέσει κανένα παιδί στην προσπάθειά του να κατεβάσει μια μπάλα, εμείς θα συνεχίζουμε την έκκληση προς τους υπευθύνους, όσο και αν χρειαστεί, έως ότου κάνουμε το σχολείο μας ΑΣΦΑΛΕΣ και ΑΙΣΘΗΤΙΚΑ ΕΛΚΥΣΤΙΚΟ!
Ευχαριστούμε για τη φιλοξενία!Το Δ. Σ.
του Συλλόγου Γονέων & Κηδεμόνων
3ου & 32ου Δημοτικών Σχολείων Τρικάλων
(Υ.Γ.: Την ώρα που γράφονταν αυτό το κείμενο, ήρθαν τα πρωτοβρόχια να μας επαληθεύσουν. Το πρωί της Παρασκευής 11/10/2013 οι μαθητές του Δ2, που βρίσκεται στον 1ο όροφο του παλαιού διδακτηρίου έκαναν μάθημα με τα νερά που έτρεχαν από την οροφή. Αδιάψευστος μάρτυρας η φωτογραφία που ακολουθεί. Αν με τις πρώτες βροχές πλημυρίσαμε, δεν μπορούμε να φανταστούμε τι θα γίνει αργότερα!).
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)




